2014-04-17

Εξωτερική πολιτική

By Γραφείο Τύπου

Η εξωτερική μας πολιτική χρειάζεται ευρύτητα οριζόντων, φαντασία, σχεδιασμό, ολιγολογία και σκληρή δουλειά για να πείσουμε διεθνώς.

Αυτά τα στοιχεία δυστυχώς έλειψαν από την Ελλάδα των τελευταίων 40 χρόνων και ενώ θα περίμενε κανείς ότι μετά τα λάθη της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 η μεταπολίτευση θα ήταν σοβαρότερη, δυστυχώς κάτι τέτοιο διαψεύστηκε.

Αρκεί να αναφέρουμε ότι ο Γεώργιος Μαύρος ως Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του 1974 πέτυχε στον ΟΗΕ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας περισσότερα των 20 σε αριθμό ψηφίσματα υπέρ της Ελλάδας και όλα αυτά μέσα σε 40 ημέρες, ψηφίσματα που φρόντισε με την απραξία του και ενδοτικότητα του στη συνέχεια να οδεύσουν στον κάλαθο των αχρήστων ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Τώρα περιμένουμε όλοι ο Βασίλης Λεβέντης και οι νεώτεροι πολιτικοί του κέντρου να ανορθώσουν το τρωμένο κύρος της χώρας μας και να φέρουν το γόητρο της Ελλάδας μας εκεί που αρμόζει για το δημοκρατικό της λαό.

Παρακάτω ακολουθούν οι βασικοί άξονες – θέσεις της Ε.Κ. για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας.

F.Y.R.O.M (Π.Γ.Δ.τ.Μ)

Η Ένωση Κεντρώων είχε προειδοποιήσει από το 1994 για την ανάγκη εξεύρεσης μιας λύσης στο θέμα του γειτονικού κράτους. Η ηγεσία του όμως τα θέλει όλα: Τη σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας, τις αλυτρωτικές βλέψεις δηλαδή την έξοδο στο Αιγαίο και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, την βοήθεια και συνδρομή των Η.Π.Α. αλλά και της Ε.Ε.

Η θέση μας είναι πως η Ελλάδα δε μπορεί να δεχτεί ούτε μεμονωμένα ούτε σύνθετα το όνομα “Μακεδονία” για το κράτος αυτό και συνεπώς θα πρέπει να αλλάξει το όνομά του.

Η κυβέρνηση των Σκοπίων είχε αρκετό χρόνο να υπαναχωρήσει σε λογικές θέσεις και να άρει τις παράλογες και ανιστόρητες απαιτήσεις της αλλά αυτός ο χρόνος έχει τελειώσει πλέον. Η στάση τους δε, όλα αυτά τα χρόνια δείχνει μια ύπουλη εξωτερική πολιτική.

F.Y.R.O.M και Ευρωπαϊκή Ένωση

Συμφωνούμε να στηριχθεί στην ευρωπαϊκή της πορεία, μόνο όταν δείξει έμπρακτη υποχωρητικότητα στο θέμα της ονομασίας και εγκαταλείψει τις άναρθρες κραυγές και αδιαλλαξία.

Στο σημείο αυτό τονίζουμε τις τεράστιες ευθύνες ΗΠΑ και Ρωσίας που έσπευσαν να αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το όνομα “Μακεδονία” και ενθάρρυναν έτσι τη σκληρή και αδιάλλακτη στάση εξτρεμιστικών στοιχείων της γείτονος.

Τώρα πρέπει τόσο οι ΗΠΑ και η Ρωσία, όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση να συμβάλουν αποφασιστικά στις προσπάθειες εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, αφού έχουν μέγιστο βαθμό ευθύνης για την πολυετή ακαμψία που σημειώθηκε στο πρόβλημα.

Δεν είναι δυνατόν όλες οι υποχωρήσεις να γίνουν από την Ελλάδα και πάντως η Ένωση Κεντρώων ουδέποτε θα αναγνωρίσει στα Σκόπια δικαίωμα χρήσης του όρου Μακεδονία. Το κράτος των Σκοπίων έχει πολλά να ωφεληθεί από την ανάπτυξη καλών και ειλικρινών σχέσεων με την Ελλάδα και στο σημείο αυτό λυπούμαστε αλλά οφείλουμε να καταγράψουμε επιπόλαιες και μειοδοτικές συμπεριφορές σχετικά με το θέμα αυτό από Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη.

Ελλάδα – Τουρκία – Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας

Η Τουρκία όσο συνεχίζει τις απρόκλητες παρενοχλήσεις μέσω θαλάσσης ή αέρος και επιβουλεύεται την καλοσύνη της Ελλάδος μπορεί να έχει την ψευδαίσθηση της στρατιωτικής ισχύος, βαθμιαία όμως μετατρέπεται με τον τρόπο αυτό σε ταραχοποιό της νοτιοανατολικής  Ευρώπης, απομακρυνόμενη από τις αρχές και τις αξίες της Ε.Ε. και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να παραμείνει εκτός αυτής ως ένα τριτοκοσμικό κράτος-παρίας.

Η θέση μας στα ελληνοτουρκικά είναι πως η Ελλάδα οφείλει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για βελτίωση των σχέσεων της χώρας μας με τη γειτονική Τουρκία και να ενθαρρύνουμε τον αγώνα της γείτονος χώρας για περισσότερη δημοκρατία στο εσωτερικό της και για πλήρη προσέγγιση της, ευχόμαστε και πλήρη ένταξη της, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτή η ένταξη βέβαια προϋποθέτει ότι η γείτων χώρα θα συμμορφωθεί έμπρακτα με τις αξίες και τις συνθήκες της Ε.Ε. και θα παύσει να έχει ανήθικες βλέψεις επί των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Η χώρα μας έτσι, όχι μόνο δεν θα αποτελέσει εμπόδιο στην προσπάθεια για πρόσδεση της Τουρκίας στην Ευρώπη, αλλά θα είναι πολύτιμος και υπολογίσιμος αρωγός των προσπαθειών της. Κάθε φωνή άρνησης προς την Τουρκία του δικαιώματος της να έλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση την θεωρούμε εμπρηστική, αντεθνική, φασίζουσα και επικίνδυνη.

Η Τουρκία δεν έχει άλλο δρόμο εκτός από αυτόν της συμφιλίωσης της με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, της προσαρμογής της με όλους τους θεσμούς και κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αιτήματα από πλευράς της για εξαιρέσεις και ευνοϊκές μεταχειρίσεις υπονομεύουν τις προοπτικές της για ένταξη, την εκθέτουν διεθνώς και αν συνεχιστούν θα ανακόψουν τις πολύ καλές προοπτικές που ανοίγονται σήμερα για τη γείτονα χώρα.

Το πιο κακό πράγμα που μπορεί να κάνει η Τουρκία στον εαυτό της είναι να ζητάει εξαιρέσεις, διακρίσεις, περαιτέρω προθεσμίες για τη συμμόρφωση της με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και να δημιουργεί με δηλώσεις και απειλές ένταση στην Κύπρο, στο Αιγαίο και τη Θράκη.
Όσοι στο εσωτερικό της Τουρκίας σκέπτονται με λογικές μιλιταρισμού, βίας και κρατικού τραμπουκισμού πρέπει να απομονωθούν και να περιθωριοποιηθούν αμέσως.

Τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο

Από το 1973 και μετά, η Ελλάδα έχει δεχθεί μια αρκετά ιδιόρρυθμη και πρωτόγνωρη, συγκριτικά με τα διεθνώς ισχύοντα, αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, από τον ανατολικό της γείτονα, την Τουρκία, που έχει εκφραστεί στην πράξη με πολλούς τρόπους και πολλά επίπεδα. Αναμφισβήτητα, την αιχμή του δόρατος των Τουρκικών διεκδικήσεων αποτελεί η προσπάθεια επέκτασης και ασφάλισης από την Τουρκία, κυριαρχικών δικαιωμάτων σε βάρος των αντίστοιχων υπαρχόντων ελληνικών δικαιωμάτων στο θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου Πελάγους.

Η Ένωση Κεντρώων κατήγγειλε εδώ και χρόνια τόσο το ΠΑΣΟΚ. όσο και τη Νέα Δημοκρατία για το γεγονός ότι με τη στάση τους και τους χειρισμούς τους επιτρέπουν στην Τουρκία να προσθέτει συνεχώς νέα θέματα στην ατζέντα των Ελληνοτουρκικών διαφορών και να τα διαχωρίζει από την οποιαδήποτε συζήτηση γίνεται για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Η Τουρκία θέλει δηλαδή να επιβάλει στην Κύπρο τα δικά της τετελεσμένα και παράλληλα να αυξάνει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο σύροντας την Ελλάδα σε διάλογο – με τους δικούς της όρους – ώστε οι διεκδικήσεις αυτές να αποκτούν συν τω χρόνω νομικό κύρος. Σαν συνέπεια όλων αυτών, οι Τούρκοι σήμερα έχουν κατορθώσει το πλέγμα των Ελληνοτουρκικών «διαφορών» στο Αιγαίο να φαντάζει σαν δύσκολο και δυσεπίλυτο ζήτημα στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Συνοπτικά, τα ζητήματα που τίθενται είναι τα εξής:

Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου και το μέγεθος της υφαλοκρηπίδας της κάθε παράκτιας χώρας.

Η έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης και το δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Ο εναέριος χώρος και η έκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης σε 10 ναυτικά μίλια για αεροπορικά θέματα.

Το καθεστώς της αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου απέναντι από τις μικρασιατικές ακτές.

Το καθεστώς ορισμένων βραχονησίδων του Αιγαίου με αιχμή τη διένεξη για τις βραχονησίδες Ίμια.

Ιστορική Αναδρομή

Η αμφισβήτηση των ελληνικών δικαιωμάτων από την Τουρκία στο χώρο του Αιγαίου ξεκίνησε την 1η Νοεμβρίου 1973, όταν εντελώς ξαφνικά δημοσιεύτηκε χάρτης στην Τουρκική εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έδινε δικαιώματα ερευνών και εκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου στην κρατική τουρκική εταιρείας πετρελαίων TRAO, σε μία περιοχή που κάλυπτε σχεδόν το μισό Αιγαίο πέλαγος. Ο χάρτης αυτός συμπληρώθηκε και με άλλον, που δημοσιεύτηκε στις 18 Ιουλίου 1974 που ολοκλήρωνε το πλαίσιο των Τουρκικών διεκδικήσεων πάνω στην  υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, καθώς με τους χάρτες αυτούς, οι Τούρκοι διαιρούσαν το Αιγαίο σε δύο περίπου ίσα τμήματα, με τη γείτονα χώρα αυθαίρετα να θεωρεί δικό της το ανατολικότερο εκ των δύο.

Σε μια προσπάθεια των Τούρκων να αποδείξουν ότι εννοούν και στην πράξη τις διακηρύξεις τους σχετικά με την υφαλοκρηπίδα, τον Ιούνιο του 1974 το Τούρκικο πλοίο Candarli πραγματοποίησε γεωλογικές έρευνες στο Αιγαίο, σε περιοχές που ανήκαν στην υφαλοκρηπίδα των Ελληνικών νησιών. Η προσπάθεια αυτή επαναλήφθηκε θρασύτατα και προκλητικότατα δύο χρόνια μετά, όταν τον Αύγουστο του 1976 η Τουρκία έστειλε το «Σισμίκ» να πραγματοποιήσει έρευνες σε περιοχές του Αιγαίου, με τις οποίες για μια ακόμα φορά παραβιαζόταν κατάφωρα η υφαλοκρηπίδα των νησιών μας. Άμεσο αποτέλεσμα των Τουρκικών πιέσεων και πρώτη μεγάλη επιτυχία των Τούρκων από την εφαρμογή αυτής της πολιτικής έναντι της Ελλάδας ήταν η υπογραφή της συμφωνίας της 11 Νοεμβρίου 1976 μεταξύ των δύο χωρών για το «Πρακτικό της Βέρνης». Σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να σταματήσει αμέσως κάθε ανάλογη έρευνα για πετρέλαιο στις υποτιθέμενες σαν αμφισβητούμενες περιοχές της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.

Η πολιτική αυτή πυγμής της Τουρκίας επιβραβεύτηκε δυστυχώς από λανθασμένους Ελληνικούς χειρισμούς το 1987 και το 1988, καθώς όταν ύστερα από την  έντονη Ελληνοτουρκική κρίση του Μάρτη 1987, το θέμα της υφαλοκρηπίδας ήρθε στην επικαιρότητα. Η Ελλάδα τότε έδωσε την αίσθηση ότι ήταν μάλλον απροετοίμαστη για τη διαδικασία που θα ακολουθούσε. Συγκεκριμένα, η χώρα μας φαινόταν να έχει κατορθώσει να αντιστέκεται επιτυχώς και με σωστή στρατιωτική προετοιμασία και καλές αμυντικές επιλογές και πρακτικά απέτρεπε το ενδεχόμενο μονομερών και αυθαίρετων τουρκικών ενεργειών. Ενέργειες που οι Τούρκοι προετοίμαζαν και διακηρύσσονταν για το τέλος του Μάρτη του 1987. Παρόλα αυτά, συνέβη το οξύμωρο, δηλαδή το τελικό αποτέλεσμα της κρίσης, με τη συμφωνία του Νταβός, αντί να ενισχύει τις Ελληνικές θέσεις, έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στις Τουρκικές θέσεις και απόψεις σχετικά με την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.
Με τα μηνύματα που αντάλλαξαν οι πρωθυπουργοί Ανδρέας Παπανδρέου και Τουργκούτ Οζάλ, η Ελλάδα δεσμεύτηκε να μην πραγματοποιεί γεωλογικές έρευνες έξω από τα όρια των έξι μιλίων της αιγιαλίτιδας ζώνης. Αυτό είχε σαν συνέπεια να παραιτηθούμε επίσημα του δικαιώματος πραγματοποίησης σχετικών ερευνών για ανεύρεση υδρογονανθράκων από ολόκληρη την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Επομένως η ισχύς των περιοχών που καλύπτονταν από αποχή από θαλάσσιες έρευνες λόγω της γνωστής ρήτρας του σημείου 6 του Πρακτικού της Βέρνης, επεκτείνονταν με τη διαδικασία του Νταβός κατά το διπλάσιο, για να συμπεριλάβουν ολόκληρο το χώρο του Αιγαίου πελάγους, περιλαμβανομένου και του δυτικού τμήματος που δεν είχε διεκδικηθεί ποτέ μέχρι τότε από την Τουρκία.

Άμεσο αποτέλεσμα της δέσμευσης αυτής είναι η σημαντική περαιτέρω χειροτέρευση των Ελληνικών θέσεων στο Αιγαίο, καθώς αντικείμενο της διαφοράς έγινε πια ολόκληρο το πέλαγος, με αποτέλεσμα η Τούρκικη ρητορική να ενισχυθεί σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο. Άλλωστε, όσο μεγαλώνει το αντικείμενο της διαφοράς, τόσο θεωρητικά μεγαλώνει και η δυνατότητα της Τουρκίας να διεκδικήσει όλο και μεγαλύτερο ποσοστό από την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, ενώ παράλληλα μπορούν να τεθούν επί τάπητος δυνητικά όλο και μεγαλύτερες αξιώσεις από την πλευρά των Τούρκων. Κατά συνέπεια ανάλογα θα μεγαλώνει και το Τουρκικό μερίδιο από τους ορυκτούς πόρους του Αιγαίου, αποστερώντας αντίστοιχα την Ελλάδα από σημαντικότατο φυσικό πλούτο που δικαιωματικά της ανήκει.

Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη διαλαλούσε ότι οι Ελληνοτουρκικές διαφορές μπορούν να επιλυθούν μέσω του διεθνούς δικαστηρίου. Είναι όμως ευνόητο ότι σε μια διαιτησία αυτό που συμβαίνει κατά βάθος είναι ένας συμβιβασμός των αντιτιθέμενων απόψεων. Έτσι, αυτός που ζητάει τα περισσότερα και θέτει τις περισσότερες διεκδικήσεις και τον μεγαλύτερο κατάλογο ως προς επίλυση θεμάτων, ακόμη και αν φανεί για λόγους διαπραγματευτικής τακτικής διαλλακτικός και «υποχωρήσει», στην ουσία είναι κερδισμένος, καθώς λαμβάνει μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που του αναλογεί. Αντίθετα, αυτός που δε διεκδικεί τίποτα από τον αντίπαλο, όπως είναι η Ελλάδα, θα αναγκαστεί στα πλαίσια των υποτίθεται ”αμοιβαίων” υποχωρήσεων να θυσιάσει κομμάτι των ακέραια δομημένων αιτημάτων του ώστε να φανεί διαλλακτικός.

Αφού οι Τούρκοι επιτυχώς έθεσαν στο τραπέζι μια σειρά ζητημάτων τόσο στη Βέρνη όσο και στο Νταβός, πιθανή διαιτησία από ειδικά δικαστήρια αναμφίβολα θα τους αποφέρει κυριαρχικά δικαιώματα εκεί που κάποτε δεν υπήρχαν καν, δηλαδή στο Ανατολικό Αιγαίο.

Λύση της Τουρκικής προκλητικότητας

  Όσο η Τουρκία συνεχίζει τις απρόκλητες παρενοχλήσεις μέσω θαλάσσης ή αέρος και επιβουλεύεται την καλή θέληση της Ελλάδος μπορεί να έχει την ψευδαίσθηση της στρατιωτικής ισχύος, βαθμιαία όμως μετατρέπεται με τον τρόπο αυτό σε ταραχοποιό της νοτιοανατολικής Ευρώπης, απομακρυνόμενη από τις αρχές και τις αξίες της Ε.Ε. και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να παραμείνει εκτός αυτής ως ένα τριτοκοσμικό κράτος – παρίας.

Αναμένουμε από πλευράς Τουρκίας την άμεση συμβολή της για τη λύση του Κυπριακού, τη συμμόρφωση της με όσα η Κύπρος δικαίως αξιώνει ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον τερματισμό των παραβιάσεων που κάνουν τα πολεμικά της αεροσκάφη στο Αιγαίο, την αναγνώριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την επαναλειτουργία της θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Περιμένουμε από την Τουρκία ανταπόκριση στις καλές μας προθέσεις, περιμένουμε πλήρη αλλαγή συμπεριφοράς και στάσης στα διμερή ζητήματα, περιμένουμε από αυτή να συμβάλει στην εμπέδωση κλίματος συνεργασίας και ειλικρινούς φιλίας εκεί όπου σήμερα υπάρχει ένταση και απειλές.

Η Ένωση Κεντρώων εγγυάται ότι η Ελλάδα θα είναι στήριγμα προς την Τουρκία σε όλα της τα θέματα. Δυο χώρες που μέχρι σήμερα είχαν μεταξύ τους προβλήματα, μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν πρότυπο συνύπαρξης, συνταύτισης και αλληλεγγύης εφεξής. Η υπέρβαση αυτή είναι χρέος και των δύο πλευρών. Ωστόσο τονίζουμε ότι έως ότου η Ελλάδα δει έμπρακτη καλή θέληση από την Τουρκία, χρέος της πατρίδας μας είναι η περαιτέρω ενδυνάμωση των ενόπλων μας δυνάμεων και ο πλήρης εκσυγχρονισμός των αμυντικών μας συστημάτων.

Πιστεύουμε ότι και η Τουρκία και τα Σκόπια θα αναγκαστούν να συμμορφωθούν με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αρκεί εμείς να μένουμε αταλάντευτοι σε μια δημιουργική και υπεύθυνη διπλωματία.

Κυπριακό

  Η θέση της Ένωσης Κεντρώων στην οποία πρέπει να εμμείνει η Ελλάδα για το Κυπριακό πρόβλημα είναι η ακόλουθη:

Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης δεν νοείται να έχει έποικους και στρατεύματα κατοχής. Η εξωτερική πολιτική της Ε.Κ. είναι προσανατολισμένη στο να ισχυροποιήσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα από αυτήν να δώσουμε λύση στις εκκρεμότητές μας με τους γείτονες. Μια μεγάλη Ευρώπη δεν έχει συμφέρον να υπάρχουν τριβές στους κόλπους της.

Τα κόμματα του κέντρου μεγάλωσαν την Ελλάδα, οι άλλοι χώροι έκαναν μειοδοσίες και προξένησαν συμφορές. Αρκεί να θυμηθεί κανείς μόνο τη στάση του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου για την Κύπρο και τη στάση του νεώτερου Κώστα Καραμανλή ως πρωθυπουργού στη Λουκέρνη στη σύνοδο για το σχέδιο Ανάν, στάση που θύμιζε απροετοίμαστο αρμόδιο πρωθυπουργό στερούμενο πείρας και προϋπηρεσίας.

Για τα θέματα αυτά είναι καλό να έχουμε έναν συντονισμό με τις Η.Π.Α ιδιαίτερα όσο η Ε.Ε. διστάζει ή αδυνατεί να αναλάβει τον πλήρη ρόλο της, το πλήρες χρέος της.

Η Ελλάδα και ο υπόλοιπος κόσμος

  Κάτι ανάλογο πιστεύουμε και για τις σχέσεις μας με τη Ρωσία. Στις θέσεις της για την εξωτερική πολιτική η Ένωση Κεντρώων θα ακολουθήσει πορεία σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου, ενθάρρυνσης των διαδικασιών ολοκλήρωσης του ονείρου για μια ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση, διάνοιξης νέας περιόδου καλών σχέσεων με τις Η.Π.Α., τη Ρωσία, τις μεγάλες και μικρές χώρες του υπόλοιπου κόσμου, συμμετοχής σε προσπάθειες ανατροπής των ολίγων δικτατοριών που έχουν απομείνει στον κόσμο και σε προσπάθειες βελτίωσης της ποιότητας της δημοκρατίας όπου αυτή τελεί καθ’ υποκρισίαν δημοκρατία και στην πράξη λειτουργεί ως φασισμός ή ολιγαρχία (δυστυχώς τέτοια φαινόμενα είναι συχνά).